Όσο και να προσπαθεί κάποιος δε μπορεί ..." /> Φιλοναζιστές και φασίστες, παρακλάδι των δοσίλογων;

Άποψη - Γνώμη ναζι

Published on October 11th, 2020 | by fileto

0

Φιλοναζιστές και φασίστες, παρακλάδι των δοσίλογων;

Όσο και να προσπαθεί κάποιος δε μπορεί να απομακρυνθεί από το παρόν. Είναι δύσκολο να μεταφερθείς στο παρελθόν για να απαντήσεις με ειλικρίνεια τα «τι» και τα «πως» της Ιστορίας και τις ανθρώπινες επιλογές.

Κάθε ταξίδι στο παρελθόν είναι έργο του ιστορικού να μεταφέρει τα βιώματα, τις πεποιθήσεις του, αλλά όχι με σκοπιμότητα. Αν έχει κάποιος προαποφασίσει τα συμπεράσματά του πριν ερευνήσει και πριν ακόμα ξεκινήσει να γράφει το βιβλίο του, τότε ουσιαστικά δεν υπηρετεί την ιστορική επιστήμη, αλλά τις προσωπικές του πεποιθήσεις.

Αυτό είναι casus belli για την ιστορία γιατί δεν ερχόμαστε να δικαιώσουμε τις πολιτικές μας απόψεις, αν και είμαστε όλοι πολιτικά όντα, έχουμε πολιτικές απόψεις και πεποιθήσεις. ‘Άλλο όμως αυτό και άλλο όταν με τη «σφραγίδα» του επαγγελματία ιστορικού προσπαθείς να είσαι ειλικρινής.

Όλα αυτά τα αναφέρει ο Στράτος Δορδανάς, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Μακεδονίας, ο οποίος έκανε την έρευνά του βιβλίο για το ζήτημα του δοσιλογισμού κατά την περίοδο της κατοχής και σημειώνει ότι  “το τραύμα της συνεργασίας Ελλήνων με τους κατακτητές δεν έχει επουλωθεί”.

Πόσο αλήθεια είναι όλο αυτό, που έχει ποτίσει πλέον ορισμένων το DNA και έχουν πεισθεί ότι είναι ιδεολογία ο ναζισμός και ο φασισμός.

Αυτά τα φαινόμενα που σήμερα ξεδιπλώνονται με την δίκη και καταδίκη της Χρυσής Αυγής, έχουν πηγή τους τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και εντεύθεν και στην Ελλάδα τις παραφυάδες του δοσιλογισμού.

Το ζήτημα της συνεργασίας με τους κατακτητές είναι πολυεπίπεδο και θα ήταν απλουστευτικό να περιοριστεί σε “άσπρο-μαύρο”. Πως ερμηνεύετε τη συμπεριφορά και τις επιλογές των διάφορων κοινωνικών ομάδων σε τοπικό επίπεδο;

Η Ελλάδα δεν αποτέλεσε κάποια ιδιαιτερότητα κατά τη διάρκεια του  Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αναφορικά με το ζήτημα της συνεργασίας με τους κατακτητές και ειδικά με τους Γερμανούς, είτε ένοπλης, είτε ιδεολογικής,  είτε οικονομικής.

Φυσικά η Ελλάδα σε αυτό καθυστέρησε θα έλεγε κανείς, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όχι πάρα πολύ, όμως αυτή η καθυστέρηση είναι άξια επισήμανσης. Αυτό που πλέον γνωρίζουμε, παρά την πολυπλοκότητα του φαινομένου, είναι ότι αυτή η συνεργασία δεν κινήθηκε με έναν ενιαίο τρόπο, με μια ενιαία μορφή.

Για λόγους μέχρι τώρα που είχαν να κάνουν με την πολιτική του παρελθόντος, όταν μιλούσαμε για τους συνεργάτες, τους δοσίλογους, ουσιαστικά λειτουργούσαμε ισοπεδωτικά και τους βάζαμε όλους, θα έλεγα, σε ένα σακί.

Τα τελευταία χρόνια είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι αυτό το φαινόμενο παρουσιάζει πάρα πολλές διακυμάνσεις και ιδιαιτερότητες και στο σύνολο της χώρας και πολύ περισσότερο όταν το εξετάζει κανείς στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών.

Με απλά λόγια, ήταν πολλοί οι λόγοι για τους οποίους κάποιος αποφάσισε να συνεργαστεί με τους Γερμανούς και αυτοί οι λόγοι έχουν να κάνουν κατά πρώτον με την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού, υπήρξαν κάποιοι ελάχιστοι που δέχθηκαν να συνεργαστούν για ιδεολογικούς λόγους και τη λέξη «ελάχιστοι» τη σημειώνω γιατί πράγματι ήταν πολύ λίγοι εκείνοι που μπορούσαν να κατανοήσουν τα ιδεολογικά διακυβεύματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κυρίως στις μεγάλες πόλεις την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Από την άλλη πλευρά, υπήρξαν αρκετοί που συνεργάστηκαν για δικούς τους λόγους, οι οποίοι είχαν να κάνουν με τις συνθήκες που επικρατούσαν στις τοπικές κοινωνίες, προσωπικοί λόγοι, προσωπικές διαφορές, τοπικές αντιπαραθέσεις που προϋπήρχαν του Πολέμου, πολιτικές αντιπαραθέσεις σε τοπικό επίπεδο, λόγοι αντεκδίκησης.

Με άλλα λόγια αν παρομοιάσουμε τη βία ως ένα νερόμυλο, ο οποίος κινείται όλο και περισσότερο, όσο αυξάνεται η βία, όσο ο ΕΛΑΣ ενδυναμώνεται και στρέφεται εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, ακόμα και εναντίον εκείνων οι οποίοι το πρώτο διάστημα τον ενίσχυσαν, τόσο δημιουργείται ένα πιο συμπαγές αντιεαμικό μπλοκ, το οποίο επίσης είναι πολυσυλλεκτικό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και άτομα που δέχθηκαν να πάρουν όπλα από τους Γερμανούς για να στραφούν εναντίον του ΕΛΑΣ.

Υπήρχαν επίσης και οικονομικοί λόγοι, έχουμε τους οικονομικούς δοσίλογους, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, διασώζονται δηλαδή δεν καταδικάζονται και βρίσκονται στο απυρόβλητο, αφού αν καταδικάζονταν θα έπρεπε το σύνολο σχεδόν της οικονομικής και επιχειρηματικής ζωής της Ελλάδας να καταδικαστεί, άρα η χώρα θα αποκεφαλιζόταν οικονομικά και επιχειρηματικά.

Η Μακεδονία προσφέρει ένα πολύ καλό παράδειγμα, καθώς περιλαμβάνει όλες τις προαναφερθείσες κατηγορίες συνεργασίας με τον κατακτητή, συμπεριλαμβανομένων και των τελευταίων, δηλαδή τσάμηδες στην Ήπειρο, κάποιοι από τους σλαβόφωνους στη Δυτική Μακεδονία, οι οποίοι εξοπλίστηκαν αρχικά από τους Βούλγαρους και στη συνέχεια από τους Γερμανούς, το λεγόμενο κομιτάτο, οι τουρκόφωνοι πρόσφυγες της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίοι γλωσσικά αλλά και πολιτισμικά δεν είχαν καταφέρει να αφομοιωθούν, να χωνευθούν από την ελληνική κοινωνία, το ελληνικό κράτος.

Μόλις τη δεκαετία του 1980, κατά την οποία δόθηκε και πάλι άλλο περιεχόμενο στην έννοια της Εθνικής Αντίστασης, πλέον άρχισαν οι εξελίξεις να αποδεσμεύουν τον ιστορικό μελετητή από τα δεσμά της τρέχουσας πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας, να του δίνεται η δυνατότητα σε μια κοινωνία η οποία σταδιακά άρχισε να ωριμάζει και να απομακρύνεται από τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940, να αποδεχθεί, να διαπιστώσει, να ακούσει πως η Εθνική Αντίσταση ήταν ένα ωραίο αφήγημα της τοπικής μας ιστορίας, πως δεν πρόκειται για μια ενιαία εθνική αντίσταση, πως η ελληνική κοινωνία, όπως και άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν αντιστάθηκε εν ομονοία εναντίον των Γερμανών, αλλά υπήρξαν πληθυσμιακές ομάδες ή μεμονωμένα άτομα, τα οποία συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.

Το ζήτημα της συνεργασίας με τους κατακτητές, ήταν πιο διαδεδομένο από όσο θεωρούσαμε δεδομένο, είτε σε οικονομικό (πχ. εργολάβοι, εργοστάσια, ορυχεία κ.λπ.), είτε σε στρατιωτικό (ένοπλα τμήματα), είτε ακόμα και σε ιδεολογικό επίπεδο (ναζί και φασίστες Έλληνες). Γιατί θεωρείται “ταμπού” ακόμα και σήμερα στη χώρα μας το ζήτημα της συνεργασίας με τους κατακτητές; Υπάρχουν ζωντανοί… σκελετοί στις ντουλάπες, ή απλά η προσέγγιση ότι η συνεργασία ήταν πολύ πιο εκτεταμένη από όσο θεωρούσαμε δεδομένη μέχρι πρόσφατα, αλλάζει την ιστορία της χώρας μας κατά την περίοδο της κατοχής;

Τελευταία συζητήσαμε για «ξένες δυνάμεις που εποφθαλμιούν τη χώρα», για «νέα κατοχή από το τέταρτο ράιχ της Μέρκελ», για «μνημονιακούς δοσίλογους».

Έτσι οδηγηθήκαμε σε ένα κλίμα πόλωσης, ένα διχαστικό κλίμα που ακόμη και σήμερα υποβόσκει και είναι επικίνδυνο να χωρίσει εκ νέου την Ελληνική κοινωνία.

Αλλά έπρεπε να ξέρουμε ότι τα ιστορικά διχαστικά δίπολα οδήγησαν πάντα σε ήττες.

Άρα το τραύμα έμεινε να χάσκει, έμεινε ανεπούλωτο.


About the Author



Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to Top ↑